Μεξικό κι ας μην… περάσω ποτέ!

Μεξικό

Σε εκείνο το υπέροχο Μουντιάλ του Ντιέγκο, του Ζίκο, του Σόκρατες, του Πλατινί, εγώ έγινα Νεγκρέτε. Μεξικό.

Καμαρούλα μια σταλιά. Κυριολεκτικά δύο επί τρία. Ένα μικρό δυάρι στον Νέο Κόσμο που για κάποιο ανεξήγητο λόγο εκείνο το καλοκαίρι άρχισε να θυμίζει γήπεδο και να ασφυκτικά από κόσμο.

Η έγχρωμη τηλεόραση δεν ήταν ακόμα ένα δεδομένο σπιτικό αξεσουάρ για όλους. Αυτοί που είχαν, γίνονταν οικοδεσπότες, οι μουσαφίρηδες έφερναν τα παρελκόμενα: ποτά, αναψυκτικά, μεζέδες.

Οι εικόνες είναι σκόρπιες, αφηρημένες, σαν ένα παζλ με κομμάτια άτακτα ριγμένα από εδώ και από εκεί. Φωνές, γέλια, πειράγματα, παρέα. Κι εγώ κάπου εκεί μέσα μια μασκότ. Εγώ.

Το Παγκόσμιο Κύπελλο -κάθε τέσσερα χρόνια- ήταν ένα παράθυρο προς τον έξω κόσμο, ο μόνος τρόπος να δεις παίκτες, ομάδες, γήπεδα που ακροβατούσαν μεταξύ του πραγματικού και του φανταστικού.

Ήταν κάτι πραγματικά σημαντικό, κάτι αληθινά μεγάλο. Για να δεις ολόκληρο παιχνίδι στην τηλεόραση έπρεπε να περιμένεις κανένα ευρωπαϊκό ματς ελληνικής ομάδας. Κανέναν τελικό κυπέλλου. Κανέναν ξένο ευρωπαϊκό τελικό. Κι εκείνο το μεσημεριανό αγγλικό της ΕΡΤ2, σε κάτι γήπεδα χωράφια ή με πλαστικό τάπητα όπως εκείνο της Κ.Π.Ρ.

Κι ερχόταν το Μουντιάλ να σου δείξει καμιά 40αριά ζωντανά παιχνίδια μέσα σε ένα μήνα. Ολόκληρα, όχι στιγμιότυπα. Ουάου! Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρι μαζί!

Pamestoixima.gr, πάμε προσφορές!

«Ρούφηξα» τα πάντα, κάθε ματς, κάθε δευτερόλεπτο, κάθε φάση. Θυμάμαι τα πάντα σαν να ήταν χθες. Είναι το Μουντιάλ που έχω τις περισσότερες μνήμες κι ας ήμουν μόνο 7 ετών.

Ο σκληρός δίσκος ήταν παντελώς άδειος. Αποθήκευε τα πάντα. Τα έκανε εικόνες που έμεναν ανεξίτηλες στον χρόνο. Δυσκολεύομαι πολύ να θυμηθώ τι έγινε στην Ρωσία πριν από τέσσερα χρόνια, αντίθετα μπορώ με απόλυτη ακρίβεια να επαναφέρω στην μνήμη μου κάθε ματς από το μακρινό 1986.

Ήταν η διοργάνωση που ο πλανήτης έφαγε το απόλυτο κόλλημα με τον Ντιέγκο Μαραντόνα, μα εγώ είχα βρει έναν άλλον ήρωα.

Προσπάθησα να το μιμηθώ άπειρες φορές. Στο τσιμέντο, στο πλακάκι, στο στρώμα του κρεβατιού μου, στο χώμα, στο γρασίδι. Νομίζω δεν το πέτυχα ούτε μία. Αυτό μεγάλωσε ακόμα περισσότερο τον θαυμασμό μου για τον Μανουέλ Νεγκρέτε, έναν μικρόσωμο, μελαψό Μεξικανό που στα μάτια μου πέτυχε το ωραιότερο γκολ που είχα δει ποτέ μου, καλύτερο κι από αυτό των ηρώων μου στο Μπλεκ, στο Γκολ, καλύτερο κι από αυτά του Ρόι Ρέις.

Ήταν ένα υπέροχο ακροβατικό, πολύ αργότερα έμαθα ότι το λένε βολ-πλανέ. Ήταν τέλειο σαν σκέψη, σαν εκτέλεση, σαν αποτέλεσμα, σαν πανηγυρισμός, σαν περιγραφή. Ο Βούλγαρος τερματοφύλακας τεντώθηκε όσο μπορούσε, αλλά δεν είχε καμία τύχη, πως μπορείς να αποτρέψεις την τελειότητα.

Σε εκείνο το υπέροχο Μουντιάλ του Ντιέγκο, του Ζίκο, του Σόκρατες, του Πλατινί, των υπερηχητικών του Λομπανόφσκι, του Ρουμενίγκε, της γοητευτικής Δανίας, του Μπουντραγκένιο, του Βερκότερεν (ή Φερκάουτερεν θα σας γελάσω) εγώ έγινα Νεγκρέτε. Μεξικό.

Και το κράτησα. Πρέπει να είμαι ο μοναδικός που υποστηρίζει Μεξικό και τίποτα άλλο. Την μοναδική εθνική ομάδα στην ιστορία του ποδοσφαίρου που έχει αποκλειστεί σε 7 συνεχόμενα Μουντιάλ στο πρώτο νοκ-άουτ στην φάση των «16»! Μία ανεξήγητη διαστροφική αγάπη.

Ο οδυνηρός αποκλεισμός στα πέναλτι από την Βουλγαρία το 1994.

Το 2-1 με ανατροπή από την Γερμανία το 1998, που ήταν 0-1 ως το 75ο λεπτό.

Το 2-1 από την Αργεντινή στην παράταση το 2006 από το γκολ – προσευχή του Μάξι που δεν μπαίνει ποτέ.

Το 2-1 από την Ολλανδία το 2014, που ήταν 0-1 ως το 88ο λεπτό.

Η αίσθηση του ανεκπλήρωτου, του ανέφικτου, του απραγματοποίητου κάθε τέσσερα χρόνια. Αλλά και οι κορυφαίες φανελάρες σε κάθε διοργάνωση.

Μεξικό σημαίνει να υποφέρεις, να φτάνεις στην πηγή δίχως να ξεδιψάς και άντε ξανά τα ίδια μετά από τέσσερα χρόνια.

Το ποδόσφαιρο άλλαξε, το Μουντιάλ άλλαξε, εμείς αλλάξαμε, ο κόσμος άλλαξε. Το μόνο που δεν φθείρεται ποτέ είναι οι ήρωες των παιδικών μας χρόνων. Ο Μανουέλ Νεγκρέτε…